Η χρησιμότητα του Υπερηχογραφήματος Μυοσκελετικού στη Ρευματολογία.
Ο Υπέρηχος αποτελεί μία απεικονιστική τεχνική που αναπτύχθηκε τον 20ό αιώνα και βασίζεται στη μετατροπή ενός ηλεκτρικού σήματος σε ηχητικό κύμα και το αντίστροφο ( πιεζοηλεκτρικό φαινόμενο). Η μέθοδος περιλαμβάνει την “gray scale” απεικόνιση των ανατομικών δομών και την ανίχνευση αιματικής ροής με τη μέθοδο Doppler.
Από πεντηκονταετίας ο υπέρηχος έχει βρει εφαρμογή στην ανίχνευση παθολογίας στην κοιλιακή και πυελική χώρα, στο ουρογεννητικό σύστημα, στο μαστό και την καρδιά. Την τελευταία τριακονταετία- και με την ταχύτατη τεχνολογική πρόοδο- έχει διεισδύσει αξιοσημείωτα και στη Ρευματολογία , με συνεχώς αυξανόμενη χρήση.
Οι λόγοι είναι πολλαπλοί. Πρόκειται για μέθοδο ανώδυνη, αναίμακτη, χωρίς επιβάρυνση από ακτινοβολία για τον ασθενή. Διενεργείται την ώρα της επίσκεψης και της κλινικής εξέτασης , δίνοντας τη δυνατότητα διάγνωσης δίπλα στο εξεταστικό κρεβάτι.
Ειδικότερα, συμβάλλει στη διάγνωση της φλεγμονώδους αρθρίτιδας, της τενοντοελυτρίτιδας και της ενθεσοπάθειας, καθώς εμφανίζει μεγαλύτερη ευαισθησία από την κλινική εξέταση. Επίσης, έχει μεγαλύτερη αξιοπιστία στην απεικόνιση διαβρώσεων των οστών από την απλή ακτινογραφία, εύρημα εξαιρετικά χρήσιμο στην πρώιμη αρθρίτιδα, που επιτάσσει εντατικοποίηση της θεραπευτικής αγωγής.
Σημαντική είναι και η δυνατότητα ποσοτικοποίησης της φλεγμονής των αρθρώσεων με τη μέθοδο Color ή Power Doppler, ώστε να εκτιμάται σωστά η βαρύτητα της νόσου, αλλά και η ανταπόκριση στη θεραπεία.
Άλλα σπουδαία πλεονεκτήματα της χρήσης του υπερήχου είναι η διακριτική ικανότητα εντοπισμού ακόμη και πολύ μικρών συλλογών υγρού στις αρθρώσεις –της τάξης των 1-2 ml- η αξιολόγηση του αρθρικού χόνδρου στην περίπτωση οστεοαρθρίτιδας, η απεικόνιση τενόντων, συνδέσμων και περιφερικών νεύρων, ενώ εσχάτως φαίνεται πως αποκτά θέση σε νοσήματα όπως οι αγγειίτιδες μεγάλων αγγείων και το σύνδρομο Sjogren.
Τέλος, μείζονος σημασίας είναι η συνδρομή σε παρεμβατικές πράξεις, όπως η αναρρόφηση αρθρικού υγρού και η θεραπευτική χορήγηση ουσιών ενδαρθρικά. Η υπερηχογραφική καθοδήγηση για τη διενέργεια των πράξεων αυτών αυξάνει το ποσοστό επιτυχίας έως και πάνω από 90%, συγκριτικά με την τυφλή παρακέντηση, που μόνο στο 60% των περιπτώσεων στοχεύει σωστά.
Η ορθή και ολοκληρωμένη χρήση στην καθ΄ημέρα πράξη του μυοσκελετικού υπερήχου, κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση αποτελεί. Απαιτεί αδιάλειπτη εξάσκηση, μεθοδική εκπαίδευση και συνεχή μελέτη. Δυστυχώς, στην Ελλάδα έως σήμερα ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ για τους Ρευματολόγους στον υπέρηχο μυοσκελετικού. Ως εκ τούτου, ο μόνος δρόμος εκπαίδευσης των Ελλήνων Ρευματολόγων επί του παρόντος είναι τα πιστοποιημένα κέντρα του εξωτερικού, σε χώρες όπως η Ιταλία, η Μ. Βρετανία ή η Ισπανία, που έχουν μεγάλη παράδοση στο αντικείμενο και σπουδαία συνδρομή στην παγκόσμια σχετική βιβλιογραφία.
Παρά την πραγματικά αξιέπαινη προσπάθεια της σχετικά νεοσυσταθείσας Επιστημονικής Εταιρείας Υπερήχων Μυοσκελετικού στη Ρευματολογία ( MITOS), απαιτούνται ακόμη αρκετά βήματα, ώστε ο υπέρηχος να αποτελέσει το στηθοσκόπιο του Έλληνα Ρευματολόγου και να συνδράμει ουσιαστικά την ορθότερη φροντίδα των ασθενών.
